Новогреческий словарь
φευγατίζω
φευγατίζω
способствовать побегу
(кого-л.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
способствовать побегу
? —
φευγατίζω
как с
(ново)греческого
переводится слово
φευγατίζω
? — способствовать побегу
#
(ново)греческий словарь
—
επάνω
—
αποδελτιώνω
—
απεικαστό
—
πραγματικότητα
—
συνδικάτο
—
απογοητευτικός
—
θαυμασμός
—
παστάδα
—
τέρπω
—
αυτοτελής
—
ποίκιλμα
—
εξακολουθώ
—
αρβανιτόπουλο
—
ψιλολογία
—
παλιανθρωπιά
—
προσκυνητρια
—
περιχαράκωμα
—
μανίτσα
—
αγουροσύνη
—
καθορισμένος
—
αναισθητοποίηση
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,