Новогреческий словарь
εντείχιση
εντείχιση
(-εως) η 1)
замуровывание
;
2)
прикрепление к стене
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
замуровывание
? —
εντείχιση
как на
(ново)греческом
будет слово
прикрепление к стене
? —
εντείχιση
как с
(ново)греческого
переводится слово
εντείχιση
? — замуровывание, прикрепление к стене
#
(ново)греческий словарь
—
κουλάκος
—
κυνηγάρης
—
σανσκριτική
—
ολόκορμος
—
διακοινώσιμος
—
χιονολισθητήρας
—
αιμοχρωστικός
—
μπορώ
—
φύλακας
—
αντιαισθητικά
—
φρενάρισμα
—
σιγανοπόταμο
—
φωτογράφος
—
αμμωνοειδή
—
φακίρισσα
—
κρυσταλλουργία
—
ανταποδίδω
—
νοτιοανατολικά
—
αναχλιαίνω
—
περιπέτεια
—
εξυπνητήρι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,