παγανιστικός

формы словаβ
παγανιστικός



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово παγανιστικός? —


οκτακισχιλιοστόςάλλοςκαπνίστριαδιεκφυγήεργαλειόςεξαιρεμένοςτελείααπρόσβατοςσμπάρομινούτοαστράπτωειδωλοποιώδροσοσταλίδαδράκονταςπροφέρωετερόγαμοςμισογκρεμισμένοςοχλώφλεβικόςμιμικήάνομβρος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit