Новогреческий словарь
πολυσύχναστος
πολυσύχναστος
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как с
(ново)греческого
переводится слово
πολυσύχναστος
? —
#
(ново)греческий словарь
—
ανίδωτος
—
τελειοθηρία
—
γλυκομιλάω
—
δυσθερμαγωγός
—
μούσα
—
ξεγυρίζω
—
ατμογόνος
—
πονεντομαΐστρος
—
κορδελλάς
—
δαιμονολάτρης
—
αποβιβάζομαι
—
αερόπλανο
—
ισχυρογνωμοσύνη
—
επίλυση
—
υπνοβάτης
—
λεπροκομείο
—
αγγειογραφική
—
κονικλοτροφείο
—
ψεύδος
—
υστερόπονοι
—
αποκοιμιέμαι
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,