αποφασιστικά

формы словаβ
αποφασιστικά



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово αποφασιστικά? —


προδοτικάκαταβοήεπαληθευτικόςμουχτάρηςαντιμεταδίδωγιορταστήςΟκτώβρηςζωοκομίαΙσπανίδααποβάλλομαιασυναρμολόγητοςμύστηςγλυκύςαντιπροσωπευτικόμαρξιστικόςαχλεύαστοςεφοδιαστήςβιολοντσελλίσταςμεταγράφωνταμαρτζήςγυροβολιάζω




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit