εποχέτευση

формы словаβ
εποχέτευση
(-εως) η отвод (воды)



#(ново)греческий словарь



как на (ново)греческом будет слово отвод? — εποχέτευση
как с (ново)греческого переводится слово εποχέτευση? — отвод


υαλοσκεπήςπρομηθεύτριακουρέαςξεμονάχιασμαγοργο-ξυλόδεμαεναερίζωπάποςμπακαλόχαρτοπαραφέρνομαιτυρόπηγμαανεμοδόχοςβροχωτόςγυαλικάπαχυντικόςχώνωεξαπλώσιμοςανεγείρωκαταπονητικόςεπιβλαβήςξινοφαίνεται




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit