Новогреческий словарь
αερόβιος
αερόβι|ος
аэробный
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
аэробный
? —
αερόβιος
как с
(ново)греческого
переводится слово
αερόβιος
? — аэробный
#
(ново)греческий словарь
—
κατεστημένο
—
ξεγνέθω
—
στρόφαλο
—
προσωπιδοφόρος
—
προσθαλάσσωση
—
ακαλανθίς
—
Ινδονήσια
—
σχηματοποιώ
—
πέζευμα
—
ολοπράσινος
—
διάσταση
—
ασυνέχεια
—
πρυτανικός
—
συγκυριακώς
—
καπνοβόρος
—
επαρμένος
—
κόπρισμα
—
κάμα
—
περιηγητήτρια
—
απόσχιση
—
Θεόφιλος
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,