Новогреческий словарь
φαγού
φαγού
η 1)
обжора
;
2)
гурман
(относится к объекту ж.р.)
внешние ссылки
озвучка
|
ru.wiktionary
|
el.wiktionary
|
en.wiktionary
|
greek-language.gr
|
как на
(ново)греческом
будет слово
обжора
? —
φαγού
как на
(ново)греческом
будет слово
гурман
? —
φαγού
как с
(ново)греческого
переводится слово
φαγού
? — обжора, гурман
#
(ново)греческий словарь
—
ξυλόφουρνος
—
αναμετάδοση
—
εξωσκελετός
—
τουμπανιασμένος
—
ξεβουλώνω
—
τρούπα
—
χελιδονόψαρο
—
ζουλιάρης
—
τηγανητός
—
βλοσυρότης
—
καθεμέρα
—
αλευριά
—
κρεμαστήρα
—
μή μου άπτου
—
αρχειοθέτηση
—
επισφραγίζω
—
κρασάτος
—
μεσαίωνας
—
τεφροδοχείο
—
στοά
—
προπηλακιστικός
Α
Β
Γ
Δ
Ε
Ζ
Η
Θ
Ι
Κ
Λ
Μ
Ν
Ξ
Ο
Π
Ρ
Σ
Τ
Υ
Φ
Χ
Ψ
Ω
латышский словарь
,
литовский словарь
,
шведско-русский словарь
,