στρίγκλα

формы словаβ
στρίγκλα



#(ново)греческий словарь



как с (ново)греческого переводится слово στρίγκλα? —


εβδομηκονταετηρίδααυτοκολακευόμενοςασυμπαγήςενδοποράσιτααμφίθυρονευαλλοίωτοςπαραδειγματικώςφυσιοδιφικόςγιούσουρμινοράκιευχέρειαθύσανοςφαρμάκωμαπολυειδήςαποκοπήσύγκεροςκαθολικήανοπτώπροσαυξητικόςάδειασμανεραϊδογέννητος




        греческий словарь 2009-2016 © Разработка и поддержка сайта - LingvoKit